θυρσάζω

θυρσ-άζω,
A bear or brandish the thyrsus, θυρσαδδωᾶν [dialect] Lacon. part. gen. pl. fem. for θυρσαζουσῶν, Ar.Lys.1313.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • θυρσάζω — (Α) [θύρσος] κρατώ θύρσο*, πάλλω με το χέρι μου θύρσο, θυρσοφορώ* …   Dictionary of Greek

  • θυρσῶν — θυρσάζω bear fut part act masc voc sg θυρσάζω bear fut part act neut nom/voc/acc sg θυρσάζω bear fut part act masc nom sg (attic epic ionic) θυρσόω make into thyrsi pres part act masc voc sg (doric aeolic) θυρσόω make into thyrsi pres part act… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυρσαζουσῶν — θυρσάζω bear pres part act fem gen pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυρσῷ — θυρσάζω bear fut opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θύρσος — Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. 1. Πέθανε με μαρτυρικό τρόπο επί Δεκίου (249 251) στην Απολλωνία της Φρυγίας, μαζί με τον Καλλίνικο και τον Λεύκιο. Η μνήμη τους τιμάται στις 14 Δεκεμβρίου. 2. Μαρτύρησε μαζί με την Αγνή. Η μνήμη του… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.